Πρόσφατα, ο Άρειος Πάγος εξέδωσε τη Διάταξη υπ' αριθμ. 10795 της 22ας Απριλίου 2024, η οποία εξετάζει λεπτομερώς τις αρμοδιότητες των πρακτόρων είσπραξης στο πλαίσιο των εκτελεστικών διαδικασιών. Το θέμα αυτό είναι ιδιαίτερης σημασίας για τους φορολογούμενους και όσους ασχολούνται με το φορολογικό δίκαιο, καθώς αποσαφηνίζει τα όρια της εξουσίας αναστολής των εκτελεστικών πράξεων και τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες μπορεί να ασκηθεί.
Το κεντρικό ζήτημα που εξετάζεται στη διάταξη αφορά την εξουσία αναστολής των εκτελεστικών πράξεων από τον πράκτορα είσπραξης. Το Δικαστήριο επανέλαβε ότι η εν λόγω εξουσία είναι αυστηρά περιορισμένη και μπορεί να ασκηθεί μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις, που προβλέπονται ρητά από το νόμο. Αυτή η προσέγγιση συνάδει με τα οριζόμενα στο Προεδρικό Διάταγμα 29/06/1973, αριθ. 602, το οποίο ρυθμίζει τους τρόπους είσπραξης των φόρων.
Πράκτορας είσπραξης - Εξουσία αναστολής εκτελεστικών πράξεων - Όρια - Απαρίθμητες περιπτώσεις που προβλέπονται από το νόμο - Αποκλεισμός διακριτικής αξιολόγησης σχετικά με την ύπαρξη της πιστωτικής απαίτησης - Περίπτωση. Ο πράκτορας είσπραξης, ως στερούμενος αυτόνομης εξουσίας πρωτοβουλίας επί των διαδικασιών αναγκαστικής είσπραξης, δεν μπορεί να αναστείλει τις εκτελεστικές πράξεις παρά μόνο σε εξαιρετικές, απαρίθμητες και νομοθετικά προκαθορισμένες περιπτώσεις, οφείλοντας αλλιώς να τηρεί το έργο που του έχει ανατεθεί από το νόμο και τον επιβάλλοντα φορέα, χωρίς κανένα περιθώριο διακριτικής αξιολόγησης σχετικά με την ύπαρξη της πιστωτικής απαίτησης που διεκδικείται από αυτόν. (Στην προκειμένη περίπτωση, ο Άρειος Πάγος επικύρωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία δεν επέτρεψε την απόδειξη - στερούμενη αποφασιστικότητας - που προσφέρθηκε από το πρόσωπο που φέρεται να υπέστη ζημία από τη μη αναστολή της διαδικασίας είσπραξης, διότι η πιθανή γνώση του πράκτορα σχετικά με την ακύρωση της προσωρινής καταδίκης δεν θα μπορούσε, σε κάθε περίπτωση, να οδηγήσει στην αναστολή των πράξεων και στην συνακόλουθη συνυπαιτιότητα του πράκτορα στην πρόκληση των ζημιών).
Αυτή η απόφαση έχει σημαντικές συνέπειες για τους φορολογούμενους, καθώς αποσαφηνίζει ότι ο πράκτορας είσπραξης δεν έχει τη διακριτική ευχέρεια να αναστείλει τις εκτελεστικές πράξεις βάσει υποκειμενικών αξιολογήσεων ή εικαζόμενων παρατυπιών. Ως εκ τούτου, οι φορολογούμενοι που εμπλέκονται σε διαδικασίες είσπραξης πρέπει να γνωρίζουν ότι, εκτός εάν συντρέχουν οι ειδικά προβλεπόμενες από το νόμο περιπτώσεις, ο πράκτορας δεν θα μπορεί να παρέμβει για να σταματήσει αυτές τις διαδικασίες.
Συμπερασματικά, η Διάταξη υπ' αριθμ. 10795/2024 αποτελεί μια σημαντική αποσαφήνιση σχετικά με τις εξουσίες του πράκτορα είσπραξης. Ο Άρειος Πάγος επανέλαβε ότι οι εξουσίες αυτές είναι περιορισμένες και ότι δεν υπάρχει χώρος για υποκειμενικές αξιολογήσεις. Αυτή η αρχή εγγυάται μεγαλύτερη νομική ασφάλεια για τους φορολογούμενους και υπογραμμίζει τη σημασία του σεβασμού των καθορισμένων νομικών διαδικασιών. Είναι θεμελιώδες οι φορολογούμενοι να είναι ενημερωμένοι και να γνωρίζουν τα δικαιώματά τους όσον αφορά την είσπραξη των φόρων.